κάλεσμα
•
- η πρόσκληση (είτε σε επίσημη -εόρτια- συνάντηση είτε σε κοινή προσπάθεια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάλεσμα < μεσαιωνική ελληνική κάλεσμα < αρχαία ελληνική καλέω / καλῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάλεσμα | καλέσματα |
| Γενική | καλέσματος | καλεσμάτων |
| Αιτιατική | κάλεσμα | καλέσματα |
| Κλητική | κάλεσμα | καλέσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →