κάλμα
•
- ναυτικός όροςνηνεμία Βικιλεξικό
- μεταφορικάαταραξία, ηρεμία Βικιλεξικό
- οικονομίααπραξία, αδράνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάλμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική calma < υστερολατινική cauma < αρχαία ελληνική καῦμα < καίω (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάλμα | κάλμες |
| Γενική | κάλμας | — |
| Αιτιατική | κάλμα | κάλμες |
| Κλητική | κάλμα | κάλμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →