κάλυμμα
•
- καθετί που καλύπτει κάτι άλλο όπως κάποιο έπιπλο ή άλλο αντικείμενο Βικιλεξικό
- Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
- ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
- κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
- παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
- οικονομίατο απόθεμα σε συνάλλαγμα ή παλαιότερα σε χρυσό (πια παγκοσμίως υπάρχει κεφαλαιουχικά αμελητέος αριθμός ράβδων και σαφέστατα δεν παρέχουν κάλυμμα) που διαθέτει μια εκδοτική τράπεζα και χρησιμοποιείται σαν εγγύηση για το νόμισμα που εκδίδει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάλυμμα < αρχαία ελληνική καλύπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάλυμμα | καλύμματα |
| Γενική | καλύμματος | καλυμμάτων |
| Αιτιατική | κάλυμμα | καλύμματα |
| Κλητική | κάλυμμα | καλύμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →