Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάλυμμα

/ˈka.li.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθετί που καλύπτει κάτι άλλο όπως κάποιο έπιπλο ή άλλο αντικείμενο Βικιλεξικό
    • Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
    • ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
    • κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
    • παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
  2. οικονομίατο απόθεμα σε συνάλλαγμα ή παλαιότερα σε χρυσό (πια παγκοσμίως υπάρχει κεφαλαιουχικά αμελητέος αριθμός ράβδων και σαφέστατα δεν παρέχουν κάλυμμα) που διαθέτει μια εκδοτική τράπεζα και χρησιμοποιείται σαν εγγύηση για το νόμισμα που εκδίδει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάλυμμα < αρχαία ελληνική καλύπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάλυμμακαλύμματα
Γενικήκαλύμματοςκαλυμμάτων
Αιτιατικήκάλυμμακαλύμματα
Κλητικήκάλυμμακαλύμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →