Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάμερα

/ˈka.me.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μηχανική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων κινηματογράφου Βικιλεξικό
  2. ηλεκτρονική συσκευή λήψης και εγγραφής κινούμενων εικόνων βίντεο, η βιντεοκάμερα Βικιλεξικό
  3. σπανιότεραη φωτογραφική μηχανή Βικιλεξικό
    • και μετά δοκίμαζα πάνω στις φωτογραφίες τα φίλτρα. Να το κάνω πιο ψυχρό, να το κάνω πιο θερμό, τα κοιτούσα με την κάμερα. Ήταν καλή άσκηση και για το εταλονάζ. Για να μπορώ να ζητήσω από τον εταλονέρ αυτό που θέλω ακριβώς. (Ελισάβετ Χρονοπούλου, Γιώργος Αρβανίτης: Μια ζωή στο φως, εκδ. Πατάκης, 2024)

Ετυμολογία

κάμερα < (άμεσο δάνειο) ιταλική camera < λατινική camera (obscura) < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο) < πρωτοϊρανική *kamarā- < *kamárati < πρωτοϊνδοϊρανική *kmárati < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂em- (λυγίζω, καμπυλώνω, κάμπτω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάμερακάμερες
Γενικήκάμερας—
Αιτιατικήκάμερακάμερες
Κλητικήκάμερακάμερες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →