Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάμινος

/ˈka.mi.nos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοκαμίνι Βικιλεξικό
    • Ὤ, διατί δὲν δύναμαι ἐκ βάθρων νὰ σαλεύσω / Τὴν ληθαργοῦσαν ταύτην γῆν μὲ λόγον μόνον ἕνα! / Ἂς ἤμην κάμινος ἀρῶν, ἂς ἤμην πῦρ νὰ ῥεύσω / Εἰς φλέβας ἄνευ αἵματος, εἰς στήθη παγωμένα! (Γεώργιος Ζαλοκώστας, Η φωνή του χρόνου, 1873)

Ετυμολογία

κάμινος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κάμινος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάμινοςκάμινοι
Γενικήκαμίνουκαμίνων
Αιτιατικήκάμινοκαμίνους
Κλητικήκάμινεκάμινοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →