Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάμπλια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοκάμπια Βικιλεξικό
    • Ο παράνομος και η γυναίκα ντου η παρανομιά είχανε τρία παιδιά, την κάμπλια, την ψείρα και την κλασοπαπαδιά (Γεώργιος Εμμανουήλ Πάγκαλος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ήτοι, διάγραμμα γραμματικής και γλωσσάριον του σημερινού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, τόμος έβδομος, 1955-1971, σελ. 386)
    • Τ? άλλα κουκούλια δα, τα πολλά, τα βάνανε στον πυρωμένο φούρνο για να ψοφήσει η κάμπλια, γιατί ανέ γενεί μπαμπαρόλα θα τρυπίσει το κουκούλι να βγει και θα τ? αχρηστέψει (Η νοικοκερά στο μαλλί και στο μετάξι, Χανιώτικα Νέα, 27 Μαρτίου, 2012, https://www.haniotika-nea.gr/93109-i-noikokera-sto-malli-kai-sto-metaksi/)

Ετυμολογία

κάμπλια < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάμπλιακάμπλιες
Γενικήκάμπλιας—
Αιτιατικήκάμπλιακάμπλιες
Κλητικήκάμπλιακάμπλιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →