κάμποσος
•
- που έχει αρκετή, ικανοποιητική ποσότητα Βικιλεξικό
- όταν έχουμε ένα ποσό που δεν λέμε πόσο είναι ή που δεν λέμε πόσο θέλουμε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάμποσος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καμπόσος με μετακίνηση τόνου < αρχαία ελληνική κἄν + πόσος
Άλλοι τύποι
κάμποσακάμποσεςκάμποσηκάμποσηςκάμποσοκάμποσοικάμποσοςκάμποσουκάμποσουςκάμποσων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →