Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάμψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αποτέλεσμα ή η επενέργεια του κάμπτω Βικιλεξικό
  2. γενικότερατο λύγισμα: Βικιλεξικό
    • άσκηση γυμναστικής κατά την οποία ο ασκούμενος, αφού πρώτα έρθει σε οριζόντια θέση με τεντωμένα τα πόδια και τα χέρια, στη συνέχεια κάμπτει τα χέρια του, ώστε να πλησιάσει το πρόσωπο και το στήθος στο έδαφος· στη συνέχεια τεντώνει τα χέρια για να επανέλθει στην αρχική θέση (push-up)
  3. γενικότερατο λύγισμα: Βικιλεξικό
  4. η μείωση της δύναμης ή της έντασης με την οποία επιτελείται μια λειτουργία ή χαρακτηρίζεται μια διαδικασία, ένα γεγονός, φαινόμενο κ.ο.κ.· υποχώρηση Βικιλεξικό
    • Δυστυχώς το ταπαιπωρημένο του κορμί αρχίζει να δείχνει σημεία κάμψης. (Έλλη Αλεξίου (1964) Ταράς Σεβτσένκο [δοκίμιο])
    • (οικονομία) ύφεση

Ετυμολογία

κάμψη < αρχαία ελληνική κάμψις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάμψηκάμψεις
Γενικήκάμψηςκάμψεων
Αιτιατικήκάμψηκάμψεις
Κλητικήκάμψηκάμψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →