κάμωμα
•
- παράξενη έως και ενοχλητική συμπεριφορά Βικιλεξικό
- νάζι, νάζια Βικιλεξικό
- νάζι, νάζια Βικιλεξικό
- ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)
Ετυμολογία
κάμωμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάμωμα < καμώ(νω) + -μα < κάμνω < αρχαία ελληνική κάμνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάμωμα | καμώματα |
| Γενική | καμώματος | καμωμάτων |
| Αιτιατική | κάμωμα | καμώματα |
| Κλητική | κάμωμα | καμώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →