κάναβος
•
- αρχιτεκτονικήτο νοητό πλέγμα από τελείες ή ευθύγραμμα τμήματα το οποίο βρίσκεται σχεδιασμένο πάνω σε υλικό που προορίζεται για σχεδιασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάναβος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κάν(ν)αβος (αρχαία σημασία: σχέδιο ανθρώπινου σώματος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάναβος | κάναβοι |
| Γενική | κάναβου / κανάβου | κανάβων |
| Αιτιατική | κάναβο | κάναβους / κανάβους |
| Κλητική | κάναβε | κάναβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →