Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάναβος

/ˈka.na.vos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήτο νοητό πλέγμα από τελείες ή ευθύγραμμα τμήματα το οποίο βρίσκεται σχεδιασμένο πάνω σε υλικό που προορίζεται για σχεδιασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάναβος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κάν(ν)αβος (αρχαία σημασία: σχέδιο ανθρώπινου σώματος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάναβοςκάναβοι
Γενικήκάναβου / κανάβουκανάβων
Αιτιατικήκάναβοκάναβους / κανάβους
Κλητικήκάναβεκάναβοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →