Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάντζα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοπου χρησι­μοποιούσαν οι ξυλοκόποι, για να κουμαντάρουν τα κούτσουρα, καθώς μεταφέρονταν σε υδάτινο ρεύμα (ποτάμι κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Οι ξυλοκόποι που μετείχαν στη μεταφορά ονομάζονταν σαλτζήδες. Οι καλύτεροι αναδεικνύονταν σε μαστόρους. Όλοι τους, σαλτζήδες και μαστόροι ήταν βλαχικής καταγωγής από τα χωριά της Καλαμπάκας: Μαλακάσι, Καλομοίρα, Καστανιά, Κλινοβός, Χρυσομηλιά και Γλυκομηλιά. Οι πλέον έμπειροι, και κυρίως οι μαστόροι, προέρχονταν, όπως μας είπε ο Δερπανόπουλος, από τη Γλυκομηλιά (Κάτω Περλιάγκο παλαιότερα). Στη μοναδική φωτογραφία που τραβήχτηκε το 1910 στο λιμάνι Τσαγκρασούλη της Καλαμπάκας φαίνονται πολλοί σαλτζήδες με τοπικές ενδυμασίες, κρατώντας κάντζα. (Λάζαρος Αρσενίου, Καλαμπάκα: 3.000 χρόνια νεότητα, εκδ. Τα Μετέωρα, Καλαμπάκα 2015, ISBN: 978–960–98589–6–0, σελ. 87)

Ετυμολογία

κάντζα < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قانجه (kanca, kance) (τουρκικά kanca) < βενετική ganzo < πρωτοκελτική *ganskyos (κλαδί) ή αρχαία ελληνική γαμψός (αντιδάνειο) Δείτε και γάντζος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάντζακάντζες
Γενικήκάντζας—
Αιτιατικήκάντζακάντζες
Κλητικήκάντζακάντζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →