κάντιο
•
- γαστρονομίακρυσταλλική ζάχαρη (που παράγεται μετά από επεξεργασία ζαχαροκάλαμου) Βικιλεξικό
- Και γω πάλι γέμιζα τον κόρφο μου κάντιο ή ζάχαρη, ό,τι έβρισκα πιο του χεριού κι ερχόμουν και της τα 'δινα. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1923) Η Αννιώ [διήγημα])
Ετυμολογία
κάντιο < μεσαιωνική ελληνική κάντιο(ν) < ιταλική candi < αραβική قندي (qandiyy) < قند (qand: κύβος ζάχαρης) < περσική کند (kand) < σανσκριτική खण्ड (khaṇḍa) < खण्ड् (khaṇḍ: χωρίζω, σπάω σε κομματάκια)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάντιο | κάντια |
| Γενική | κάντιου | κάντιων |
| Αιτιατική | κάντιο | κάντια |
| Κλητική | κάντιο | κάντια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →