κάνω ζάφτι
•
- υποτάσσω, ελέγχω, δαμάζω, επιβάλλομαι Βικιλεξικό
- Πάλευε με τα όλα της η Κλειώ, γιατί, αν και τον Αντώνη τον έκανε εύκολα ζάφτι, τον Γιάννη όμως δύσκολα τον έβαζε κάτω και ήταν κατακόκκινη και η ξανθή πλεξούδα της είχε ξεφτίσει και το φόρεμα της ήταν τσαλακωμένο.
- Φέρτε ρακί και τσικουδιά να το πίνω, να με πίνει να κάνω ζάφτι την καρδιά που απ’ αγάπη σβήνει να το πίνω, να με πίνει.
Ετυμολογία
κάνω ζάφτι < → δείτε τις λέξεις κάνω και ζάφτι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →