Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάνω ζάφτι

/ˈkano ˈzafti/φράση
•
  1. υποτάσσω, ελέγχω, δαμάζω, επιβάλλομαι Βικιλεξικό
    • Πάλευε με τα όλα της η Κλειώ, γιατί, αν και τον Αντώνη τον έκανε εύκολα ζάφτι, τον Γιάννη όμως δύσκολα τον έβαζε κάτω και ήταν κατακόκκινη και η ξανθή πλεξούδα της είχε ξεφτίσει και το φόρεμα της ήταν τσαλακωμένο.
    • Φέρτε ρακί και τσικουδιά να το πίνω, να με πίνει να κάνω ζάφτι την καρδιά που απ’ αγάπη σβήνει να το πίνω, να με πίνει.

Ετυμολογία

κάνω ζάφτι < → δείτε τις λέξεις κάνω και ζάφτι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →