κάνω νερά
•
- πλημμυρίζω με νερό Βικιλεξικό
- μεταφορικάπράττω τα αντίθετα από τα συμφωνηθέντα Βικιλεξικό
- είπαμε ν' ανοίξουμε τη νέα επιχείρηση, έβαλα και λεφτά, αλλά μετά άρχισε να μου κάνει νερά
Ετυμολογία
→ δείτε τις λέξεις κάνω και νερά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →