κάνω παπάδες
•
- μεταφορικάκάνω πράγματα πολύ δύσκολα, πολύ εντυπωσιακά Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω πολλές λειτουργίες και δυνατότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάνω παπάδες < → δείτε τις λέξεις κάνω, παπάς και παπάδες
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →