κάουρος
•
- κάβουρας Βικιλεξικό
- Κυπριακό παραμύθι, σελ. 889- Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄, [μεταγραφή σε μονοτονικό].
- εργαλείοκάβουρας Βικιλεξικό
- μεταφορικάέγνοια, σκοτούρα, ανησυχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάουρος < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
κάουρας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →