κάπα
•
- το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (κ, κεφαλαίο: Κ) Βικιλεξικό
- ενδυμασίαχοντρό μάλλινο πανωφόρι, με κουκούλα και χωρίς μανίκια, χαρακτηριστικό χειμερινό ένδυμα βοσκών και χωρικών Βικιλεξικό
- ενδυμασίαγυναικείο φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάπα < αρχαία ελληνική κάππα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →