κάποτε
•
- κάποια στιγμή, κάποια χρονική περίοδο (στο παρελθόν ή στο μέλλον) Βικιλεξικό
- κάποιες φορές Βικιλεξικό
- άλλοτε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάποτε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάποτε < αρχαία ελληνική κἄν + ποτέ. Για τη μετατροπή του κἄν > κα- δείτε καν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →