κάπου
•
- τοπικό επίρρημασε κάποιο σημείο Βικιλεξικό
- Κάπου έβαλα τα κλειδιά και τώρα δεν τα βρίσκω.
- χρονικό επίρρημαπερίπου Βικιλεξικό
- Γεννήθηκε κάπου στα 1800.
- ποσοτικό επίρρημαπερίπου Βικιλεξικό
- Γεννήθηκε κάπου τρία κιλά.
- τροπικό επίρρημακατά κάποιον τρόπο, σε κάποιο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάπου < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάπου < φράση «κἄν που»
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →