κάπτεν
•
- λαϊκότροποο καπετάνιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάπτεν < (άμεσο δάνειο) αγγλική captain < παλαιά γαλλική capitaine < υστερολατινική capitaneus < λατινική caput (κεφάλι) < πρωτοϊταλική *kaput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kauput- / *káput (κεφάλι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →