Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάργας

/ˈkaɾ.ɣas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ειρωνικόψευτοπαλικαράς, παλικαράς που κάνει τον σπουδαίο, τον νταή Βικιλεξικό
    • μας κάνει τον κάργα, πολύ τον κάργα μάς κάνει (έκφραση)

Ετυμολογία

κάργας < κάργα + -ς (βαρύς)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάργας—
Γενικήκάργα—
Αιτιατικήκάργα—
Κλητικήκάργα—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →