κάργας
•
- ειρωνικόψευτοπαλικαράς, παλικαράς που κάνει τον σπουδαίο, τον νταή Βικιλεξικό
- μας κάνει τον κάργα, πολύ τον κάργα μάς κάνει (έκφραση)
Ετυμολογία
κάργας < κάργα + -ς (βαρύς)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάργας | — |
| Γενική | κάργα | — |
| Αιτιατική | κάργα | — |
| Κλητική | κάργα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →