κάργια
•
- πτηνόπουλί με μαύρο φτέρωμα (Corvus monedula) Βικιλεξικό
- μεταφορικάαντιπαθητική γυναίκα που έχει κακία μέσα της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάργια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάργα < τουρκική karga
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάργια | κάργιες |
| Γενική | κάργιας | — |
| Αιτιατική | κάργια | κάργιες |
| Κλητική | κάργια | κάργιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →