κάρπωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καρπώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάρπωση < αρχαία ελληνική κάρπωσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάρπωση | καρπώσεις |
| Γενική | κάρπωσης | καρπώσεων |
| Αιτιατική | κάρπωση | καρπώσεις |
| Κλητική | κάρπωση | καρπώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →