Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάρτα

/kaɾˈta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί ή πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος και μικρού μεγέθους· μπορεί να αναγράφει πληροφορίες χρήσιμες για τον κάτοχο ή να του δίνει ορισμένα δικαιώματα Βικιλεξικό
    • Παίζαμε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι και μοιραστήκαμε τις κάρτες με τις ερωτήσεις.
    • κάρτα απεριορίστων διαδρομών
    • κάρτα μέλους
  2. αντικείμενο από σκληρό συνήθως χαρτί, παραλληλόγραμμου σχήματος, που φέρει κάποια διακόσμηση και χώρο για να γραφεί ένα σύντομο μήνυμα· αποστέλλεται με το ταχυδρομείο χωρίς να είναι απαραίτητο να μπει μέσα σε φάκελο Βικιλεξικό
    • Ο Ηλίας μας έστειλε μια κάρτα από το Μεξικό με μια φωτογραφία του Ζαπάτα.
    • ευχετήρια κάρτα
    • χριστουγεννιάτικη κάρτα
  3. οικονομίααντικείμενο από σκληρό πλαστικό, παραλληλόγραμμου σχήματος, που χρησιμοποιείται από τον φέροντα στις συναλλαγές του αντί μετρητών ή για την ανάληψη χρημάτων από ATM Βικιλεξικό
    • πιστωτική κάρτα, χρεωστική κάρτα
  4. ή φύλλο (για χαρτοπαίγνιο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάρτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική carta < λατινική charta < αρχαία ελληνική χάρτης (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάρτακάρτες
Γενικήκάρταςκαρτών
Αιτιατικήκάρτακάρτες
Κλητικήκάρτακάρτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →