Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάσα

/ˈka.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. περιμετρική βάση στήριξης πόρτας / παραθύρου μέσω των μεντεσέδων Βικιλεξικό
    • Η ύπαρξη θερμοδιακοπής στα συρόμενα συστήματα τόσο στην κάσα, όσο και στα φύλλα βελτιώνει τη θερμομονωτική ικανότητά τους, που όμως δεν μπορεί να ξεπεράσει τις θερμομονωτικές επιδόσεις ενός ανοιγόμενου συστήματος.
  2. συρτάρι με τυπογραφικά στοιχεία Βικιλεξικό
    • Όμως εκείνος στέκεται μπρος στην κάσα και στοιχειοθετεί, σα να μη μας ακούει.
  3. ξύλινο κιβώτιο που χρησιμοποιείται για μεταφορά Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηκάθε κιβώτιο κατάλληλο για μεταφορά τροφίμων και ποτών Βικιλεξικό
    • φέρε μια κάσα μπίρες
  5. οικείοτο φέρετρο Βικιλεξικό
  6. σε παιχνίδιατο ταμείο Βικιλεξικό
  7. σε παιχνίδιατα χρήματα με τα οποία συμμετέχει ο παίκτης στο παιχνίδι Βικιλεξικό
  8. παρωχημένοτο παιδί που μαζεύει τα χρήματα σε μια παρέα καλαντιστών Βικιλεξικό
    • «Τί μαλλώνετε, βρέ;» Τὰ δύο παιδιὰ ἀφῆκαν συγχρόνως διπλῆν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἐδόκιμασαν νὰ τραπῶσιν εἰς φυγὴν ἀφήνοντα τὸ φανάριον κατὰ γῆς. ᾽Αλλὰ τὸ παράδοξον ὄν μὲ τὸν πόδα ἀνέτρεψε τὸ φανάριον, τὸ ὁποῖον ἔσβησεν εὐθύς, καὶ μὲ τὰς δύο χεῖρας συνέλαβεν ἀπὸ τοὺς βραχίονας τὰ δύο τρέμοντα παιδία. «Ποιός εἶναι κάσα, βρέ;» Τὰ δύο παιδία ἤσπαιρον κι ἐδοκίμαζον νὰ φύγουν. «Μὴ φοβᾶσθε, δὲν σᾶς τρώω. Δῶστε μου τοὺς παράδες, σας γιὰ νὰ μὴ μαλώσετε καὶ σκοτωθῆτε. Καλὰ ποὺ βρέθηκα καὶ σᾶς γλύτωσα.» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

Ετυμολογία

κάσα < κάσσα, με απλοποίηση < (άμεσο δάνειο) ιταλική cassa < λατινική capsa < capio < πρωτοϊταλική *kapjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keh₂p- (πιάνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάσακάσες
Γενικήκάσαςκασών
Αιτιατικήκάσακάσες
Κλητικήκάσακάσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →