κάσαρο
•
- ναυτικός όροςτο επίστεγο στο κατάστρωμα πλοίου, στην πρύμνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάσαρο < (άμεσο δάνειο) ιταλική cassero με τροπή [e] > [a] και απλοποίηση των δύο [ss]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάσαρο | κάσαρα |
| Γενική | κάσαρου | κάσαρων |
| Αιτιατική | κάσαρο | κάσαρα |
| Κλητική | κάσαρο | κάσαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →