κάσια
•
- το κουτί Βικιλεξικό
- τα πουλούμε με την κάσια (τα πουλάμε με το κουτί)
- η καρότσα Βικιλεξικό
- Σκόνη υδατοδιαλυτή που χρησιμοποιείται σε διακοσμητικές κατασκευές προκειμένου να σκουρήνει το χρώμα του ξύλου. Χρειάζεται προσοχή κατά τη διάλυσή της η οποία πρέπει να γίνει σε ζεστό νερό. Βικιλεξικό
- φυτόCassia angustifolia, Senna alexandrina, καθαρτικά φύλλα Αιγύπτου για την δυσκοιλιότητα με χρυσοφαινικό οξύ Βικιλεξικό
- (Senna alexandrina είναι το επίσημο όνομα μα υπάρχουν πολλά εναλλακτικά ταυτόσημα ονόματα
- στα αρχαία ελληνικά λέγεται κάσια, η λατινική μεταγραφή είναι κασσία)
Ετυμολογία
κάσια < (άμεσο δάνειο) ιταλική cassa
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →