Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάσσα

/ˈka.sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. άλλη γραφή του κάσα Βικιλεξικό
    • Μπορεί να ‘ναι ό,τι θέλεις, άξαφνα κάσσες ξύλινες με σωρό έπιπλα ή όπως έτυχε κιόλας μια φορά, με πιάνο μέσα.

Ετυμολογία

κάσσα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cassa < λατινική capsa < capiō < πρωτοϊταλική *kapjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keh₂p- (πιάνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάσσακάσσες
Γενικήκάσσαςκασσών
Αιτιατικήκάσσακάσσες
Κλητικήκάσσακάσσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →