Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάστια

ουσιαστικό, ουδέτεροκυπριακά
•
  1. τα βάσανα, οι ταλαιπωρίες Βικιλεξικό
    • Τζι ετρέξασιν τα δρώματα απού το πρόσωπόν του, απού του ήλιου την πολλήν, την καψερήν την αύραν, τζ’ εβάλαν την συρτοθηλιάν ευτύς εις τον λαιμόν του τζαι τζει πκιον ετελειώσασιν τα κάστια που ’τάβραν.

Ετυμολογία

κάστια < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →