κάτασπρος
•
- επιτατικό επίθετοσυνώνυμο του κατάλευκος, που είναι εντελώς άσπρος χωρίς κανένα άλλο χρώμα Βικιλεξικό
- Το πρόσωπο της Ελένης Λαμπρινού φαινόταν ήσυχο, αλλά τα χέρια της, όπως έσφιγγαν τα μπράτσα της πολυθρόνας, είχαν γίνει κάτασπρα από το σφίξιμο. (Γιάννης Μαρής (1959) Επικίνδυνο καλοκαίρι [νουβέλα])
- Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
κάτασπρος < (κατα-) κάτ- + άσπρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κάτασπρος | κάτασπρη | κάτασπρο |
| Γενική | κάτασπρου | κάτασπρης | κάτασπρου |
| Αιτιατική | κάτασπρο | κάτασπρη | κάτασπρο |
| Κλητική | κάτασπρε | κάτασπρη | κάτασπρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κάτασπροι | κάτασπρες | κάτασπρα |
| Γενική | κάτασπρων | κάτασπρων | κάτασπρων |
| Αιτιατική | κάτασπρους | κάτασπρες | κάτασπρα |
| Κλητική | κάτασπροι | κάτασπρες | κάτασπρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →