Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο Βικιλεξικό
    • Το κατ εμπεριέχει το αλκαλοειδές διεγερτικό καθινόνη, το οποίο λέγεται ότι προκαλεί ενθουσιασμό, απώλεια της όρεξης και ευφορία

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κατ'

πρόθεση
•
  1. λόγιοκατʼ ἀποκοπήν μορφή του κατά (πριν από ιστορικά ψιλούμενο φωνήεν) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κατ’

πρόθεση
•
  1. λόγιοκατʼ ἀποκοπήν μορφή του κατά (πριν από ιστορικά ψιλούμενο φωνήεν) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →