Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κέδρινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κέδρος, προέρχεται απ’ αυτόν ή έχει κατασκευαστεί από το ξύλο του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κέδρινος < αρχαία ελληνική κέδρινος < κέδρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκέδρινοςκέδρινηκέδρινο
Γενικήκέδρινουκέδρινηςκέδρινου
Αιτιατικήκέδρινοκέδρινηκέδρινο
Κλητικήκέδρινεκέδρινηκέδρινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκέδρινοικέδρινεςκέδρινα
Γενικήκέδρινωνκέδρινωνκέδρινων
Αιτιατικήκέδρινουςκέδρινεςκέδρινα
Κλητικήκέδρινοικέδρινεςκέδρινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →