κέντημα
•
- η ενέργεια του κεντάω (σε ύφασμα) Βικιλεξικό
- η ενέργεια του κεντάω (σε ύφασμα) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο τελειωμένο, κεντημένο εργόχειρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπάρα πολύ καλή δουλειά Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που χρειάζεται πολύ λεπτοδουλειά για να γίνει Βικιλεξικό
- η ενέργεια του κεντάω (στη σημασία: τσιμπάω): το τσίμπημα που γίνεται από οξύ, μυτερό όργανο ή, γενικά, αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κέντημα < κεντάω / κεντώ, κεντη- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κέντημα | κεντήματα |
| Γενική | κεντήματος | κεντημάτων |
| Αιτιατική | κέντημα | κεντήματα |
| Κλητική | κέντημα | κεντήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →