Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κέντημα

/ˈcen.di.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια του κεντάω (σε ύφασμα) Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια του κεντάω (σε ύφασμα) Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητο τελειωμένο, κεντημένο εργόχειρο Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάπάρα πολύ καλή δουλειά Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάκάτι που χρειάζεται πολύ λεπτοδουλειά για να γίνει Βικιλεξικό
  6. η ενέργεια του κεντάω (στη σημασία: τσιμπάω): το τσίμπημα που γίνεται από οξύ, μυτερό όργανο ή, γενικά, αντικείμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κέντημα < κεντάω / κεντώ, κεντη- + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκέντημακεντήματα
Γενικήκεντήματοςκεντημάτων
Αιτιατικήκέντημακεντήματα
Κλητικήκέντημακεντήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →