Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κέρασμα

/ˈce.ɾa.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κερνώ Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κερνώ Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κερνώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κέρασμα < αρχαία ελληνική κέρασμα < κεράννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱerh₂- < *ḱer- (αυξάνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκέρασμακεράσματα
Γενικήκεράσματοςκερασμάτων
Αιτιατικήκέρασμακεράσματα
Κλητικήκέρασμακεράσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →