κέρασμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κερνώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κερνώ Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κερνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κέρασμα < αρχαία ελληνική κέρασμα < κεράννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱerh₂- < *ḱer- (αυξάνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κέρασμα | κεράσματα |
| Γενική | κεράσματος | κερασμάτων |
| Αιτιατική | κέρασμα | κεράσματα |
| Κλητική | κέρασμα | κεράσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →