κέρατο βερνικωμένο
•
- υβριστικόδύστροπος και αντιπαθητικός άνθρωπος Βικιλεξικό
- ― Ἕνα τὸ ζερβί σου λέω παλιοτόμαρο! «Ἕνα», βρὲ κέρατο βερνικωμένο! Ἕνα! Ἕ - να!
Ετυμολογία
κέρατο βερνικωμένο < → δείτε τις λέξεις κέρατο και βερνικωμένο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →