κέρκουρος
•
- ναυτικός όροςσε χρήση κατά τον 19ο αιώνα, αναφορικά με ιστιοφόρα του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κέρκουρος < αρχαία ελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κέρκουρος | κέρκουροι |
| Γενική | κερκούρου | κερκούρων |
| Αιτιατική | κέρκουρο | κερκούρους |
| Κλητική | κέρκουρε | κέρκουροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →