Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κίδαρις

/ˈci.ða.ɾis/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενδυμασίαγυναικείο μαντίλι, κάλυμμα του κεφαλιού Βικιλεξικό
    • Ἕλλην σιδηροδεμένε καὶ χορεύων! δὲν μὲ λέγεις; / Τὸν ζυγὸν τοῦ Τούρκου θραύων, πῶς τῆς πατρικῆς σου στέγης / Ἔτρεξες μανίαν πνέων τὰ θεμέλια νὰ σείσῃς; / Τὸ σκιάδιον ἠγάπας καὶ τὴν κίδαριν ἐμίσεις;

Ετυμολογία

κίδαρις < ελληνιστική κοινή κίδαρις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →