κίδαρις
•
- ενδυμασίαγυναικείο μαντίλι, κάλυμμα του κεφαλιού Βικιλεξικό
- Ἕλλην σιδηροδεμένε καὶ χορεύων! δὲν μὲ λέγεις; / Τὸν ζυγὸν τοῦ Τούρκου θραύων, πῶς τῆς πατρικῆς σου στέγης / Ἔτρεξες μανίαν πνέων τὰ θεμέλια νὰ σείσῃς; / Τὸ σκιάδιον ἠγάπας καὶ τὴν κίδαριν ἐμίσεις;
Ετυμολογία
κίδαρις < ελληνιστική κοινή κίδαρις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →