κίσσα
•
- πτηνόαποδημητικό πτηνό, του είδους Garrulus glandarius της οικογένειας των Κορακιδών, με καστανό σώμα, γαλαζόμαυρες λωρίδες στα φτερά, μακριά μαύρη ουρά και μαύρο το πάνω μέρος της κεφαλής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κίσσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κίσσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κίσσα | κίσσες |
| Γενική | κίσσας | κισσών |
| Αιτιατική | κίσσα | κίσσες |
| Κλητική | κίσσα | κίσσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →