Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καΐκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςμικρό ιστιοφόρο, συνήθως αλιευτικό σκάφος Βικιλεξικό
    • Όταν χρησιμοποιήθηκαν οι πρώτες μηχανές εσωτερικής καύσης στα καΐκια, η ράντα αντικατέστησε την πρυμνιά ψάθα σε πολλές μπρατσέρες ενώ ακόμα πιο πρόσφατα, συναντιόντουσαν και μονάλμπουρα καΐκια με ράντα. (Τα Πανιά (Β! Μέρος), aegeanwoodenwalls.blogspot.com, 13/2/2007 http://aegeanwoodenwalls.blogspot.com/2007/02/blog-post_13.html)

Ετυμολογία

καΐκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kayık < παλαιά τουρκική kayguk < πρωτοτουρκική *K(i)aj-guk

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαΐκικαΐκια
Γενικήκαϊκιούκαϊκιών
Αιτιατικήκαΐκικαΐκια
Κλητικήκαΐκικαΐκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →