καβάκι
•
- δέντροείδος λεύκας που μοιάζει με κυπαρίσσι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη λεύκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
* καβάκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قاواق (τουρκική kavak) + -ι < προέλευσης από την πρωτοτουρκική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβάκι | καβάκια |
| Γενική | καβακιού | καβακιών |
| Αιτιατική | καβάκι | καβάκια |
| Κλητική | καβάκι | καβάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →