Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καβάκι

/kaˈva.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δέντροείδος λεύκας που μοιάζει με κυπαρίσσι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη λεύκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

* καβάκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قاواق (τουρκική kavak) + -ι < προέλευσης από την πρωτοτουρκική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαβάκικαβάκια
Γενικήκαβακιούκαβακιών
Αιτιατικήκαβάκικαβάκια
Κλητικήκαβάκικαβάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →