καβίλια
•
- γενική ονομασία κυλινδρικών εξαρτημάτων, συνήθως μικρών, που χρησιμοποιούνται για σταθεροποίηση τοποθετούμενα σε κατάλληλη τρύπα ή σε αντίστοιχες τρύπες δύο διαφορετικών εξαρτημάτων Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςαιχμηρό εργαλείο που χρησιμοποιείται για να ανοίγουν τρύπες σε πανιά ή δέρματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβίλια < (άμεσο δάνειο) ιταλική caviglia
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβίλια | καβίλιες |
| Γενική | καβίλιας | — |
| Αιτιατική | καβίλια | καβίλιες |
| Κλητική | καβίλια | καβίλιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →