καβαδούρα
•
- ενδυμασίατο τελείωμα μιας αμάνικης μπλούζας ή ενός φορέματος στον ώμο Βικιλεξικό
- Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐπιβάλη εἰς τούς ράπτας νά μήν μεταχειρίζωνται πλέον λέξεις καθώς πανταλόνι, ζακέτα, καβαδούρα, καβάλο, παραμέντα, φιλέτο, μπαμπίλα, πέτο, μονόπετο, δίπετο, κρουαζέ, ρεβέρ, σκέτη ραφή, πενιέ, καρτέ, ντεφέτο κτλ. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AD%22&pg=PA45&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
καβαδούρα < μεσαιωνική ελληνική καβάδ(ιν) + -ούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβαδούρα | καβαδούρες |
| Γενική | καβαδούρας | — |
| Αιτιατική | καβαδούρα | καβαδούρες |
| Κλητική | καβαδούρα | καβαδούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →