Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καβαθάς

/ka.vaˈθas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαάλλη γραφή του γαβαθάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καβαθάς < καβάθ(α) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαβαθάςκαβαθάδες
Γενικήκαβαθάκαβαθάδων
Αιτιατικήκαβαθάκαβαθάδες
Κλητικήκαβαθάκαβαθάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →