καβαλαρία
•
- ομάδα ιππέων, ιππικό Βικιλεξικό
- Φεύγοντας από την Άρτα, η Τουρκιά, πεζούρα και καβαλαρία, μας πήρε κοντά και σκλάβωνε ανθρώπους και σκότωνε. (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη)
Ετυμολογία
καβαλαρία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβαλαρία | καβαλαρίες |
| Γενική | καβαλαρίας | καβαλαριών |
| Αιτιατική | καβαλαρία | καβαλαρίες |
| Κλητική | καβαλαρία | καβαλαρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →