καβαλιέρος
•
- ο άνδρας που χορεύει μαζί με μια γυναίκα Βικιλεξικό
- ο συνοδός μιας γυναίκας σε μια γιορτή ή άλλη κοινωνική εκδήλωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβαλιέρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καβαλιέρος < (άμεσο δάνειο) βενετική cavalier < υστερολατινική caballarius (ιππέας) < λατινική caballus (άλογο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβαλιέρος | καβαλιέροι |
| Γενική | καβαλιέρου | καβαλιέρων |
| Αιτιατική | καβαλιέρο | καβαλιέρους |
| Κλητική | καβαλιέρε | καβαλιέροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →