καβαλιστικός
•
- σχετικός με τον καβαλισμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν μπορεί να κατανοηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβαλιστικός < γαλλική cabalistique < cabale + -isme < μεσαιωνική λατινική cabbala < εβραϊκή קבלה (kabalá)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καβαλιστικός | καβαλιστική | καβαλιστικό |
| Γενική | καβαλιστικού | καβαλιστικής | καβαλιστικού |
| Αιτιατική | καβαλιστικό | καβαλιστική | καβαλιστικό |
| Κλητική | καβαλιστικέ | καβαλιστική | καβαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καβαλιστικοί | καβαλιστικές | καβαλιστικά |
| Γενική | καβαλιστικών | καβαλιστικών | καβαλιστικών |
| Αιτιατική | καβαλιστικούς | καβαλιστικές | καβαλιστικά |
| Κλητική | καβαλιστικοί | καβαλιστικές | καβαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →