Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καβαλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον καβαλισμό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν μπορεί να κατανοηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καβαλιστικός < γαλλική cabalistique < cabale + -isme < μεσαιωνική λατινική cabbala < εβραϊκή קבלה (kabalá)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαβαλιστικόςκαβαλιστικήκαβαλιστικό
Γενικήκαβαλιστικούκαβαλιστικήςκαβαλιστικού
Αιτιατικήκαβαλιστικόκαβαλιστικήκαβαλιστικό
Κλητικήκαβαλιστικέκαβαλιστικήκαβαλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαβαλιστικοίκαβαλιστικέςκαβαλιστικά
Γενικήκαβαλιστικώνκαβαλιστικώνκαβαλιστικών
Αιτιατικήκαβαλιστικούςκαβαλιστικέςκαβαλιστικά
Κλητικήκαβαλιστικοίκαβαλιστικέςκαβαλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →