καβατζάρω
•
- ναυτικός όροςπεριπλέω κάποιον κάβο Βικιλεξικό
- λαϊκότροποέχω περάσει κάποια ηλικία Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαποθηκεύω κάτι (για ώρα ανάγκης) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
1,2: καβατζάρω < ιταλική cavo • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; :3: καβατζάρω < καβάτζα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →