Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καβατζωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν καβατζάρει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καβατζωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου καβατζώνω

Άλλοι τύποι

καβατζωμένακαβατζωμένεκαβατζωμένεςκαβατζωμένηκαβατζωμένηςκαβατζωμένοκαβατζωμένοικαβατζωμένοςκαβατζωμένουκαβατζωμένουςκαβατζωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →