καβατζώνω
•
- αργκόβάζω στην καβάτζα, κάνω κράτηση ή δημιουργώ καβάτζα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβατζώνω < καβάτζα + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καβατζώνω | καβατζώνεις | καβατζώνει | καβατζώνουμε | καβατζώνετε | καβατζώνουν / καβατζώνουνε |
| Παρατατικός | καβάτζωνα | καβάτζωνες | καβάτζωνε | καβατζώναμε | καβατζώνατε | καβάτζωναν / καβατζώναν / καβατζώνανε |
| Αόριστος | καβάτζωσα | καβάτζωσες | καβάτζωσε | καβατζώσαμε | καβατζώσατε | καβάτζωσαν / καβατζώσαν / καβατζώσανε |
| Μέλλοντας | θα καβατζώνω / θα καβατζώσω | θα καβατζώνεις / θα καβατζώσεις | θα καβατζώνει / θα καβατζώσει | θα καβατζώνουμε / θα καβατζώσουμε | θα καβατζώνετε / θα καβατζώσετε | θα καβατζώνουν / θα καβατζώνουνε / θα καβατζώσουν / θα καβατζώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καβατζώσει | έχεις καβατζώσει | έχει καβατζώσει | έχουμε καβατζώσει | έχετε καβατζώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καβατζώσει | είχες καβατζώσει | είχε καβατζώσει | είχαμε καβατζώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καβατζώσει / να καβατζώνω / να καβατζώσω | να έχεις καβατζώσει / να καβατζώνεις / να καβατζώσεις | να έχει καβατζώσει / να καβατζώνει / να καβατζώσει | να έχουμε καβατζώσει / να καβατζώνουμε / να καβατζώσουμε | να έχετε καβατζώσει / να καβατζώνετε / να καβατζώσετε | να καβατζώνουν / να καβατζώνουνε / να καβατζώσουν / να καβατζώσουνε |
| Προστακτική | — | καβάτζωνε / καβάτζωσε | — | — | καβατζώνετε / καβατζώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →