καβγαδίζω
•
- μαλώνω με κάποιον, διαπληκτίζομαι, λογομαχώ έντονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβγαδίζω < καβγάς, καβγάδ-(ες) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καβγαδίζω | καβγαδίζεις | καβγαδίζει | καβγαδίζουμε | καβγαδίζετε | καβγαδίζουν / καβγαδίζουνε |
| Παρατατικός | καβγάδιζα | καβγάδιζες | καβγάδιζε | καβγαδίζαμε | καβγαδίζατε | καβγάδιζαν / καβγαδίζαν / καβγαδίζανε |
| Αόριστος | καβγάδισα | καβγάδισες | καβγάδισε | καβγαδίσαμε | καβγαδίσατε | καβγάδισαν / καβγαδίσαν / καβγαδίσανε |
| Μέλλοντας | θα καβγαδίζω / θα καβγαδίσω | θα καβγαδίζεις / θα καβγαδίσεις | θα καβγαδίζει / θα καβγαδίσει | θα καβγαδίζουμε / θα καβγαδίσουμε | θα καβγαδίζετε / θα καβγαδίσετε | θα καβγαδίζουν / θα καβγαδίζουνε / θα καβγαδίσουν / θα καβγαδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καβγαδίσει | έχεις καβγαδίσει | έχει καβγαδίσει | έχουμε καβγαδίσει | έχετε καβγαδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καβγαδίσει | είχες καβγαδίσει | είχε καβγαδίσει | είχαμε καβγαδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καβγαδίσει / να καβγαδίζω / να καβγαδίσω | να έχεις καβγαδίσει / να καβγαδίζεις / να καβγαδίσεις | να έχει καβγαδίσει / να καβγαδίζει / να καβγαδίσει | να έχουμε καβγαδίσει / να καβγαδίζουμε / να καβγαδίσουμε | να έχετε καβγαδίσει / να καβγαδίζετε / να καβγαδίσετε | να καβγαδίζουν / να καβγαδίζουνε / να καβγαδίσουν / να καβγαδίσουνε |
| Προστακτική | — | καβγάδιζε / καβγάδισε | — | — | καβγαδίζετε / καβγαδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →